Ο επιτήδειος ουδέτερος ...


 Yπογραφή συμφωνίας φιλίας μεταξύ Τουρκίας και ναζιστικής Γερμανίας
 18 Ιουνίου 1941
  Άγκυρα

 Η τουρκική ουδετερότητα στον πόλεμο

 Mε συνεχείς ελιγμούς προς τις δύο πλευρές η Αγκυρα 

έμεινε έξω από τη σύρραξη

 Οταν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα αγωνιζόταν στα πεδία των μαχών κατά των ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων, για να πληρώσει στη συνέχεια το βαρύ τίμημα της Κατοχής, η Τουρκία πολεμούσε στο διπλωματικό πεδίο για να διατηρήσει την ουδετερότητά της. Το ότι το κατόρθωσε οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στη στρατηγική της σημασία, η οποία ήταν μεγάλη για όλους. Από τα Στενά θα εδύναντο τόσο τα συμμαχικά σκάφη όσο και αυτά του Αξονα να πλεύσουν προς την ΕΣΣΔ, αλλά και ο σοβιετικός στόλος να βγει από τη Μαύρη Θάλασσα. Για τη Γερμανία, προσεταιρισμός της Τουρκίας θα σήμαινε πάτημα στη Μέση Ανατολή και πλευρικό χτύπημα στη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Αντίστοιχα, για τη Βρετανία, αμφισβήτηση της επιρροής της στην ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να πλήξει τη θέση της στη Μέση Ανατολή, η οποία εγγυάτο, μέσω του Σουέζ, τη συνέχεια της αυτοκρατορικής αρτηρίας προς την Ινδία. Η Τουρκία έπαιξε τα δυνατά αυτά χαρτιά της με τρόπο τέτοιο που στο τέλος κέρδισε χρόνο ουσιαστικά μέχρι τη λήξη της σύρραξης. Αυτό ήταν και το ζητούμενο για τον Τούρκο πρόεδρο Ισμέτ Ινονού. Και αυτό, μεταξύ άλλων, διότι στη μνήμη του Ινονού αλλά και όλης της άρχουσας τάξης ήταν βαθιά χαραγμένη η ανάμνηση του τρόπου με τον οποίον η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και των καταστροφών που η επιλογή εκείνη είχε προκαλέσει στη χώρα. Με τις ακροβασίες του -οι οποίες έχουν συχνά χαρακτηριστεί ανήθικες- ο Ινονού πέτυχε για την πατρίδα του να μην επαναληφθεί η τραυματική εμπειρία.


  Για την οικονομία και την ασφάλεια 

Της Εκαβης Aθανασοπουλου*

Ηδη από το 1938 ήταν προφανές σε όσους παρακολουθούσαν προσεκτικά τις διπλωματικές κινήσεις της Αγκυρας, ότι αυτή επιδίωκε να εκμεταλλευτεί την αντιπαλότητα μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας ώστε να παραμείνει έξω από την επικείμενη σύρραξη, από την οποία δεν είχε κάτι να κερδίσει, αλλά ανέμενε να χάσει πάρα πολλά. Το γεγονός ότι η τουρκική οικονομία εξαρτιόταν στενά από τις εμπορικές σχέσεις με τη Γερμανία είχε παρακινήσει την Αγκυρα να ανοίξει έναν σοβαρό διάλογο με το Λονδίνο από τα τέλη του 1936. Ομως, η βρετανική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει όλες τις στρατιωτικές και οικονομικές απαιτήσεις της Τουρκίας. Εφόσον λοιπόν η Βρετανία δεν μπορούσε να αντικαταστήσει πλήρως τη Γερμανία ως εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, η τουρκική ηγεσία ήταν προσεκτική να μην ψυχράνει τις σχέσεις της με το Βερολίνο.

Ωστόσο, το 1939 η εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία, το ξέσπασμα του πολέμου και το ναζιστικό - σοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ανάγκασαν την Αγκυρα να επιζητήσει τη συμμαχία της Βρετανίας και της Γαλλίας. Στόχος των Τούρκων ήταν να οικοδομήσουν μέσα από τη συμμαχία μία θέση ισχύος, η οποία θα μπορούσε να ενδυναμώσει την ασφάλεια της χώρας τους σε κάθε ενδεχόμενο. Συγχρόνως, η Αγκυρα επεδίωκε τη σύναψη συμφωνίας με τη Μόσχα ώστε να εξασφαλισθούν τα νώτα της χώρας από πιθανή σοβιετική επίθεση. Ομως μία τέτοια συμφωνία δεν απέβη εφικτή. Τον Οκτώβριο του 1939 η Τουρκία, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία υπέγραψαν Συνθήκη Αμοιβαίας Βοήθειας και προς στιγμήν φάνηκε ότι η Αγκυρα είχε συμβιβαστεί με την ιδέα συμμετοχής της στον πόλεμο.

Στην πραγματικότητα, ακόμα και τη στιγμή υπογραφής της συνθήκης, ο κύριος φόβος της Αγκυρας ήταν ότι συντασσόμενη με το συμμαχικό στρατόπεδο διέτρεχε τον μεγάλο κίνδυνο μιας σύγκρουσης με τη Σοβιετική Ενωση. Και αυτό επειδή το ναζιστικό - σοβιετικό Σύμφωνο γεννούσε την απειλή γερμανο-σοβιετικής συνεργασίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Για τον τότε πρόεδρο της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού και τους συνεργάτες του το Σύμφωνο αυτό σηματοδοτούσε την επιστροφή της Ρωσίας στην πολιτική του τσαρικού επεκτατισμού. Κοντολογίς, το ιδανικό για την Αγκυρα ήταν αφενός να οικοδομήσει ένα σύστημα ασφάλειας γύρω από τα βόρεια και μεσογειακά σύνορα της Τουρκίας, το οποίο θα στηριζόταν σε ισοβαρείς σχέσεις με τις Δυτικές δυνάμεις από τη μια και τη Σοβιετική Ενωση από την άλλη. Και αφετέρου να αποφύγει η χώρα την εμπλοκή της στον πόλεμο, εφόσον η ίδια δεν θα γινόταν αντικείμενο επίθεσης. Στα τέλη του 1939 η Αγκυρα αντιμέτωπη με το ανέφικτο μιας τέτοιας ισορροπίας από τη μια, και με τον κίνδυνο συνδυασμένης γερμανο-σοβιετικής επίθεσης από την άλλη, αποφάσισε να διατηρήσει την ουδετερότητά της. Ετσι παρά τη συνθήκη του 1939 η Τουρκία δεν ανέλαβε τις δεσμεύσεις προς τους συμμάχους της (τις οποίες όμως ποτέ δεν αποκήρυξε) παρά μόνο όταν ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει, δηλαδή το 1945.

Οι βρετανικές διπλωματικές προσπάθειες να οδηγηθεί η Τουρκία στον πόλεμο απέτυχαν σε τρεις περιπτώσεις, το 1940, το 1941 και το 1943. Μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, τον Ιούνιο του 1940, η Τουρκία όφειλε να εισέλθει στον πόλεμο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη Συνθήκη του 1939. Η Αγκυρα ωστόσο επέλεξε να παραμείνει αμέτοχη και να παρακολουθεί την εξέλιξη του πολέμου στη Μεσόγειο. Οπως σημείωνε στην ημιεπίσημη εφημερίδα της κυβέρνησης εξέχον στέλεχος της τουρκικής Βουλής, η Τουρκία παρέμενε πιστή στην αγγλο-γαλλική συμμαχία, αλλά όπως ο ίδιος ο Τούρκος βουλευτής ρωτούσε, τι μπορούσαν να κάνουν οι Τούρκοι αφού η γεωγραφική τους θέση δεν ήταν η ίδια με αυτήν των μεγάλων δημοκρατιών; Σύντομα η ήττα της Γαλλίας και η απομόνωση της Βρετανίας ισχυροποίησαν τη θέση της Αγκυρας, η οποία τώρα επιχειρηματολογούσε ότι ήταν ανώφελο να εμπλακεί στον πόλεμο. Στα τέλη του 1940, οι αγγλο-τουρκικές διαπραγματεύσεις για να δοθούν τα Δωδεκάνησα (βρίσκονταν στην κατοχή της Ιταλίας από το 1912) στην Τουρκία δεν κατέληξαν πουθενά και έτσι δεν υπήρξε κίνητρο το οποίο ίσως θα παρακινούσε την Αγκυρα να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Στις αρχές του 1941 και εν όψει της επικείμενης γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, το Λονδίνο ανανέωσε τις προσπάθειές του να εξασφαλίσει τη συμμαχία της Τουρκίας. Αυτή τη φορά η απάντηση της τουρκικής κυβέρνησης ήταν ξεκάθαρη: η Τουρκία θα πολεμούσε μόνο εάν δεχόταν επίθεση.

Διεκδίκησε τα Δωδεκάνησα

Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγο μετά την κήρυξη πολέμου η Αγκυρα δεν δίστασε να προβάλει τις διεκδικήσεις της επί των Δωδεκανήσων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η ουδετερότητα της είχε στερήσει οποιαδήποτε διαπραγματευτική ισχύ με την οποία θα μπορούσε να πιέσει τους Βρετανούς. Και το Λονδίνο από την πλευρά του δεν είχε λόγο να απογοητεύσει την Ελλάδα σχετικά με την αίτησή της να της δοθούν τα νησιά, ο πληθυσμός των οποίων ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνικός.

Οριστική ρήξη με Γερμανία και Ιαπωνία το... 1945

Την άνοιξη του 1941, η επιδείνωση της θέσης των συμμάχων και η παρουσία των γερμανικών στρατευμάτων στα Βαλκάνια ώθησαν την Αγκυρα να προβεί σε συνεννόηση με τον Χίτλερ, ωστόσο χωρίς να αποκηρύξει τη συμμαχία της με τη Βρετανία. Η τουρκική κυβέρνηση αν και πιεζόταν από το Βερολίνο για τη σύναψη συμμαχίας, αντιστάθηκε στις πιέσεις. Αντ' αυτής, συμφώνησε να υπογράψει με τη Γερμανία στις 18 Ιουνίου Συνθήκη Εδαφικής Ακεραιότητας και Φιλίας. Προς στιγμήν, φάνηκε ότι το τέλος των φιλικών σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία και τη Βρετανία είχε φτάσει. Το Λονδίνο όμως επέλεξε να μην προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση θα αποξένωνε την Αγκυρα και θα την έσπρωχνε στην αγκαλιά του αντιπάλου.

Η γερμανική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης λίγο αργότερα χαροποίησε αφάνταστα την τουρκική ηγεσία. Συγχρόνως όμως, την οδήγησε και σε νέους προβληματισμούς, οι οποίοι ενίσχυσαν την ήδη ειλημμένη απόφαση να μη συναφθεί συμμαχία με τη Γερμανία. Η σύνταξη της Τουρκίας με τη Γερμανία θα ανάγκαζε την Αγκυρα να κηρύξει πόλεμο εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, κάτι που η τουρκική ηγεσία σαφώς δεν επιθυμούσε. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο τον Δεκέμβριο του 1941 και η αγγλο-αμερικανική προσέγγιση με τη Μόσχα δεν άλλαξαν την απόφαση της Αγκυρας να παραμείνει ουδέτερη.

Εξαρτήσεις και φόβοι

Η Τουρκία όχι μόνο συνέχιζε να μην έχει λόγο να λάβει μέρος στον πόλεμο, αλλά επίσης το εμπόριό της εξακολουθούσε να εξαρτάται από τις γερμανικές παραγγελίες. Επιπλέον, η Αγκυρα ευχόταν την καταστροφή της σοβιετικής δύναμης. Κατά συνέπεια είχε έναν πρόσθετο λόγο να μην επιθυμεί να συνεργασθεί με τους Συμμάχους ανοίγοντας τα Στενά στον βρετανικό στόλο προκειμένου αυτός να στηρίξει την πολεμική προσπάθεια των Σοβιετικών.

 Μάλιστα, όταν δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η Σοβιετική Ενωση θα υφίστατο ολοκληρωτική ήττα από τις ναζιστικές δυνάμεις, η Αγκυρα έφτασε στο σημείο να κλίνει προς τον Αξονα και προσέγγισε το Βερολίνο με στόχο τη δημιουργία ενός τουρκο-μογγολικού κράτους στον Καύκασο και την Κριμαία. Η αναχαίτιση όμως του γερμανικού στρατού στη μάχη του Στάλινγκραντ τον Σεπτέμβριο του 1942 οδήγησε την Τουρκία πίσω στη θέση της ουδετερότητας.

Στα τέλη του 1942, αν και είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι οι Σύμμαχοι θα νικούσαν, η Αγκυρα συνέχιζε να αντιστέκεται στη βρετανική πίεση να πολεμήσει. Η ιδέα του να καταστεί η Τουρκία συμμαχικό έδαφος, στο οποίο θα είχαν δικαίωμα να σταθμεύουν σοβιετικά στρατεύματα, θα πρέπει να ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητική για τους Τούρκους. Εξίσου σημαντικό ήταν επίσης το γεγονός ότι η Γερμανία εξακολουθούσε να εισάγει από την Τουρκία σεβαστές ποσότητες χρωμίου, το οποίο οι Σύμμαχοι δεν ενδιαφέρονταν να αγοράσουν. Ετσι ο Ινονού επιχειρηματολογούσε ότι η χώρα του δεν ήταν καταλλήλως εξοπλισμένη για τον πόλεμο και προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο ζητώντας όσο το δυνατόν περισσότερο πολεμικό υλικό, ως προϋπόθεση για να κηρύξει η Τουρκία τον πόλεμο εναντίον του Αξονα. Ωστόσο, το Λονδίνο ήταν πλέον αποφασισμένο να συντομεύσει τον πόλεμο με το να αναγκάσει την Τουρκία να εκπληρώσει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Αναπόφευκτα η αδιαλλαξία της Τουρκίας προκάλεσε τελικώς ένταση στις σχέσεις της με τη Βρετανία. Τον Φεβρουάριο του 1944 η βρετανική στρατιωτική αποστολή ανακλήθηκε από την Αγκυρα και οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Οι διαμαρτυρίες του Λονδίνου για τον τρόπο εφαρμογής της Συνθήκης του Μοντρέ από την Τουρκία σε σχέση με το πέρασμα γερμανικών πλοίων από τα Στενά οδήγησε στην αποκορύφωση της έντασης στις αρχές του καλοκαιριού.

Εν όψει της συμμαχικής νίκης ο Ινονού συνειδητοποίησε την κρισιμότητα της κατάστασης για τη διεθνή θέση της Τουρκίας και υιοθέτησε πολιτική κατευνασμού του Λονδίνου. Στις 15 Ιουνίου 1944 η Αγκυρα συμφώνησε να διακόψει τις σχέσεις με τη Γερμανία. Oκτώ μήνες αργότερα, στις 23 Φεβρουαρίου 1945, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή ώστε να εξασφαλίσει την αποδοχή της ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΟΗΕ, η Τουρκία επισήμως κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και την Ιαπωνία. Ηταν απλώς μία συμβολική κίνηση. 


Εκάβη Αθανασοπούλου 
( Λέκτωρ στις Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 
 και επιστημονική συνεργάτις του ΕΛΙΑΜΕΠ.)

''ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ''
20-6-2010